θεονήστικος

θεονήστικος
η , ο ничего не евший, изголодавшийся

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "θεονήστικος" в других словарях:

  • θεονήστικος — η, ο αυτός που πεινάει πολύ, υπερβολικά: Κάθεβράδυ γυρίζει από τη δουλειά του θεονήστικος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • θεονήστικος — η, ο ο εντελώς νηστικός …   Dictionary of Greek

  • θεο- — (AM θεο ) πρώτο συνθετικό πολλών λέξεων τής ελληνικής που έχουν την έννοια ότι αυτό που δηλώνεται από το δεύτερο συνθετικό γίνεται από τον θεό (ή τους θεούς) ή για χάρη τού θεού ή έχει ως αντικείμενο τον θεό («θεόδμητος», «θεοσεβής», «θεόφρων»)… …   Dictionary of Greek

  • ξενηστικωμένος — η, ο εντελώς νηστικός, θεονήστικος. [ΕΤΥΜΟΛ. < επιτ. ξ(ε) * + νηστικός] …   Dictionary of Greek

  • πανάπαστος — πανάπαστος, ον (Α) αυτός που δεν έχει φάει τίποτε, θεονήστικος, πολύ πεινασμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < παν * + ἄπαστος «άγευστος»] …   Dictionary of Greek

  • πασαβιόλα — η 1. η μπασαβιόλα, βαθύχορδη βιόλα 2. φρ. «παίζω πασαβιόλα» είμαι θεονήστικος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. bassa viola (βλ. λ. μπάσο)] …   Dictionary of Greek

  • πεινάλας — ο, θηλ. πεινάλα (μεγεθ·) πειναλέος, λιμασμένος, θεονήστικος. [ΕΤΥΜΟΛ. < πείνα + μεγεθ. κατάλ. άλα, κατά τα αρσ. σε ας] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»